16 Δεκ 2012

Υποσιτισμός & Υπερσιτισμός - Η αντίφαση του 21ου αιώνα.


Από τα μέσα του 20ου αιώνα, η τεχνολογική και πολιτισμική ανάπτυξη στις περισσότερες χώρες του κόσμου υπήρξε ραγδαία και η ανησυχία για την επιβίωση λόγω έλλειψης βασικών αγαθών που χαρακτήριζε το πρώτο μισό του αντικαταστάθηκε από την κοινωνική ευημερία. Σήμερα, η πλειονότητα των ανθρώπων διαθέτει τον μεγαλύτερο υλικό πλούτο συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη περίοδο, καθώς παρατηρείται ουσιαστική αύξηση στη γεωργική παραγωγή που ισοδυναμεί με πολλές διαθέσιμες επιλογές σε είδη διατροφής και πλήρη ικανοποίηση των θρεπτικών αναγκών του αυξανόμενου πληθυσμού του πλανήτη.


Ωστόσο, η άγνοια, η ανεπαρκής εφαρμογή των κυβερνητικών προγραμμάτων και οι κατά καιρούς πόλεμοι έχουν οδηγήσει σε τεράστιες δυσαναλογίες ως προς τη διανομή των τροφίμων σε όλες τις χώρες. Επιπλέον, το παραδοσιακό εμπόριο των φυσικών, μη επεξεργασμένων πρώτων υλών μεταξύ του αγρότη και του καταναλωτή αντικαθίσταται με ταχείς ρυθμούς από το εμπόριο βιομηχανοποιημένων, επεξεργασμένων τροφίμων, τα οποία είναι συχνά μικρότερης θρεπτικής αξίας εξαιτίας της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε λίπος, ζάχαρη και αλάτι. Η προαναφερθείσα υπερπαραγωγή τροφίμων, σε συνδυασμό με την άνιση κατανομή τους σε όλες τις χώρες, έχει προκαλέσει διαταραχές σίτισης με δύο κύριες εκφάνσεις, τον υπερσιτισμό (παχυσαρκία) και τον υποσιτισμό (υποθρεψία). Η πρώτη αφορά τον «υγιή» πληθυσμό των ευημερουσών κοινωνιών και οφείλεται στην υπερβολική κατανάλωση τροφίμων, ενώ η δεύτερη εμφανίζεται στις περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες ως αποτέλεσμα της φτώχειας και της έλλειψης βασικών αγαθών.

Σύμφωνα με έρευνες, υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 1 δισεκατομμύριο παχύσαρκοι παγκοσμίως, την ίδια στιγμή που το 30% του πληθυσμού της γης αντιμετωπίζει την πείνα και τον υποσιτισμό. Επιπλέον, το 60% των θανάτων παιδιών κάτω των 5 ετών οφείλεται σε υποσιτισμό, σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις που φέρουν τα μισά παιδιά στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική να είναι υπέρβαρα, το 38% των ανηλίκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει περιττά κιλά και ένα στα πέντε παιδιά στην Κίνα να είναι παχύσαρκο μέχρι το 2010.

Ο υπερσιτισμός αναφέρεται στην υπερβολική κατανάλωση ποσότητας τροφών, σε συνδυασμό με την αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και λίπους. Η εξάπλωσή του δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα της τροφής που καταναλώνεται, αλλά κυρίως από την ποιότητά της και τον γενικότερο τρόπο ζωής. Η αφθονία αγαθών, ο υπερκαταναλωτισμός και η καθιστική ζωή, σε συνδυασμό με το άγχος και τις ευκολίες διαβίωσης που προσφέρει σήμερα η τεχνολογία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των παχύσαρκων ατόμων.

Έρευνες έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία εμφανίζεται ανεξαρτήτως ηλικίας ή οικονομικής κατάστασης των ατόμων. Οι κυριότεροι παράγοντες που εμποδίζουν τις ομάδες χαμηλού εισοδήματος να επιτύχουν μια ισορροπημένη, υγιεινή διατροφή περιλαμβάνουν το κόστος και την ελλειπή ενημέρωση περί των τροφών που ωφελούν ή βλάπτουν την υγεία. Η επιλογή τροφίμων πλούσιων σε θερμίδες και φτωχών σε θρεπτικά συστατικά προκύπτει ως αποτέλεσμα του χαμηλότερου κόστους τους έναντι των πιο θρεπτικών τροφίμων. Επιπλέον, η έλλειψη κατάλληλων και ασφαλών συνθηκών συντήρησης και προετοιμασίας των φαγητών αυξάνει τις περιπτώσεις κατανάλωσης έτοιμου φαγητού, το οποίο είναι πλούσιο σε θερμίδες και λίπος.

Η ανάγκη πρόληψης - αντιμετώπισης της παχυσαρκίας είναι επιτακτική, καθώς η συγκεκριμένη πάθηση συνδέεται με σειρά ασθενειών, όπως υπέρταση, διαβήτη, δυσλιπιδαιμία, καρδιακές παθήσεις, εγκεφαλικά επεισόδια, παθήσεις του ήπατος και του παγκρέατος, οστεοαρθρίτιδα και διάφορες μορφές καρκίνου (π.χ. παχέος εντέρου).

Από την άλλη πλευρά, το παράλογο αντίβαρο του υπερσιτισμού ακούει στο όνομα «υποσιτισμός» και σχετίζεται με την ανεπαρκή πρόσληψη θερμίδων και θρεπτικών ουσιών. Οι κυριότερες αιτίες υποσιτισμού είναι:

το χαμηλό εισόδημα που δεν επιτρέπει την κατανάλωση βασικών διατροφικών ομάδων,

η έλλειψη πρόσβασης στη γη ή τα μέσα για την εκμετάλλευσή της που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι στις υπό ανάπτυξη χώρες,

το εμπάργκο που έχουν επιβάλει οι λεγόμενες «ισχυρές οικονομίες» σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση δημιουργίας σύγχρονων βιομηχανιών γεωργίας και τροφίμων.

Η ανεπαρκής κατανάλωση τροφίμων έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία όπου απαιτείται ισορροπημένη πρόσληψη θρεπτικών ουσιών για τη σωματική και πνευματική ανάπτυξη του ατόμου. Επιπρόσθετα, ο υποσιτισμός προκαλεί αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας, εμφάνιση αναιμίας, αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος, ελλειπείς μαθησιακές ικανότητες, αμηνόρροια, λήθαργο και το σύνδρομο kwashiorkor.

Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι λόγω υποσιτισμού:

100 – 140 εκ. παιδιά πάσχουν από έλλειψη βιταμίνης Α, η οποία προκαλεί τύφλωση,
177 εκ. παιδιά δεν παρουσιάζουν κανονική σωματική ανάπτυξη,
17 – 50% του συνόλου των βρεφών στις αναπτυσσόμενες χώρες έχει χαμηλό βάρος γέννησης,
740 εκ. άνθρωποι πάσχουν από έλλειψη ιωδίου.
Η Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ηνωμένων Εθνών υποστηρίζει ότι: «οι άνθρωποι είναι οι μηχανές για την ανάπτυξη και ευμάρεια ενός έθνους και το φαγητό είναι τα καύσιμα και η κινητήριος δύναμη για αυτές τις μηχανές. Τα καύσιμα αυτά πρέπει να είναι καλής ποιότητας και ποσότητας για να μπορέσουν να βοηθήσουν στο έπακρο τους ανθρώπους». Συνεπώς, δεδομένου ότι ο υποσιτισμός και ο υπερσιτισμός οδηγούν σε σειρά παθήσεων με συχνά μοιραίες συνέπειες, η βελτίωση της ποιότητας διατροφής ανάγεται σε κεντρικό στόχο του σύγχρονου ανθρώπου.

Πηγή:http://www.advancehealth.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου